Ενημερώσεις ανά θέμα
Εγγραφή στο Newsletter
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ AΡΧΕΙΟΥ
Η Γαλλία αντιμέτωπη με το γρίφο της κατάρτισης του νέου προϋπολογισμού
| Κατηγορίες κειμένου: | |
|---|---|
| Χώρα αναφοράς: |
ΓΑΛΛΙΑ |
| Ημερομηνία: | 21/07/2024 |
| Έκδοση: | Γραφείο Ο.Ε.Υ. Παρισίων |
| Κείμενο: | Η παραιτηθείσα γαλλική κυβέρνηση περιορίζεται πλέον στη διαχείριση τρεχουσών υποθέσεων. Εξαίρεση αποτελεί το Υπουργείο Οικονομικών, οι εμπειρογνώμονες του οποίου έχουν ήδη κινητοποιηθεί για την κατάρτιση του σχεδίου προϋπολογισμού του έτους 2025. Ένα σχέδιο προϋπολογισμού πρέπει να κατατεθεί στο κοινοβούλιο μέχρι την 1η Οκτωβρίου και υπό την προϋπόθεση ότι προηγουμένως θα έχει εγκριθεί 15 μέρες πριν από το Ανώτατο Συμβούλιο Δημοσιονομικής Πολιτικής και από το Συμβούλιο Επικρατείας. Η κυβέρνηση διαχείρισης τρεχουσών υποθέσεων είναι σε θέση, όπως αναφέρει πρόσφατη έκθεση της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης να καταθέσει ένα σχέδιο προϋπολογισμού επικαλούμενη την αναγκαιότητα ύπαρξης ενός σχεδίου που προβλέπει τις δαπάνες και τα δημόσια έσοδα για το νέο έτος. Η ψήφιση, όμως, ενός προϋπολογισμού αποτελεί εξ ορισμού μια πολιτική απόφαση, εφόσον θα πρέπει να ρυθμίζει θέματα όπως η αύξηση των μισθών των κρατικών λειτουργών, η τιμαριθμική αναπροσαρμογή των συντάξεων και οι μεταβολές στη φορολογική κλίμακα. Την περασμένη εβδομάδα, ο Γάλλος Υπουργός Οικονομικών, Bruno Le Maire, ανέφερε ότι το επιτελείο του εργάζεται ήδη για την έγκαιρη κατάθεση ενός σχεδίου προϋπολογισμού που θα έχει ως κεντρικό άξονα την επίτευξη των στόχων που θέτει το πρόγραμμα σταθερότητας. Συγκεκριμένα, αφού περιέκοψε ήδη 25 δισεκατομμύρια ευρώ από τον προϋπολογισμό κρατικών δαπανών του 2024, προκειμένου να συγκρατήσει το δημοσιονομικό έλλειμμα, σχεδιάζει να αφήσει στον διάδοχό του προτάσεις και λύσεις για την περαιτέρω εξοικονόμηση 20 επιπλέον δισεκατομμυρίων ευρώ για το 2025, προκειμένου η Γαλλία να σεβαστεί τις δεσμεύσεις της έναντι των εταίρων της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει ο Γάλλος Υπουργός, οι τελικές αποφάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία της νέας κυβέρνησης και του νέου Υπουργού Οικονομικών. Η κατάρτιση, όμως, ενός προγράμματος περιορισμού δαπανών δυσχεραίνεται, επειδή ο Υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης διαχείρισης τρεχουσών υποθέσεων οφείλει να απέχει από τη λήψη κάθε πολιτικής απόφασης. Οι συνεργάτες του τονίζουν ότι εφόσον ο προϋπολογισμός συμβάλλει στην τήρηση των οικονομικών δεσμεύσεων της Γαλλίας έχει επαρκή νομιμοποίηση. Η κατάσταση, ωστόσο, περιπλέκεται δεδομένου ότι ο νέος προϋπολογισμός θα πρέπει να λάβει την έγκριση του κοινοβουλίου. Η ισορροπία δυνάμεων στη νέα Βουλή δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση σχετικής πλειοψηφίας. Βέβαια, κατά τη διαδικασία εξέτασης του σχεδίου προϋπολογισμού θα μπορούσαν να αμβλυνθούν –μέσω τροπολογιών- άρθρα και διατάξεις που αποτελούν αντικείμενο μείζονων διαφωνιών. Η πρόσφατη, εντούτοις, εκλογή του ηγετικού στελέχους της «Ανυπότακτης Γαλλίας» (La France insoumise – LFI), E. Coquerel, ο οποίος επικράτησε στον τρίτο γύρο της ψηφοφορίας για την εκλογή των οργάνων της Βουλής και εξελέγη στην προεδρία της Επιτροπής οικονομικών της Βουλής δεν προδιαθέτει θετικά για την επίτευξη των απαραίτητων συναινέσεων. Προς την ίδια κατεύθυνση, η ήττα του απερχόμενου γενικού εισηγητή του προϋπολογισμού, J. R. Cazeneuve, του προεδρικού κόμματος Renaissance από τον αριστερό βουλευτή C. de Courson, ο οποίος διακρίθηκε στη μετωπική αντιπαράθεση για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος την άνοιξη του 2023. Σύμφωνα με τους αναλυτές, πρόκειται για μία σοβαρή ήττα του προεδρικού συνασπισμού, αφού ο γενικός εισηγητής του προϋπολογισμού κατέχει ρόλο εξίσου σημαντικό με τον Υπουργό Οικονομικών σε ό, τι αφορά στην εξέταση και προετοιμασία των προτάσεων νόμου δημοσιονομικού ενδιαφέροντος. Εάν το κοινοβούλιο δεν λάβει κάποια απόφαση εντός 70 ημερών από την κατάθεση του σχεδίου προϋπολογισμού, η κυβέρνηση θα μπορούσε να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο προϋπολογισμού με προεδρικά διατάγματα. Εφόσον, όμως, οι βουλευτές ψηφίσουν κατά του σχεδίου, αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Υπάρχει η ασφαλής λύση της προσφυγής στο άρθρο 49.3 του Συντάγματος, όπως έγινε και με τους δύο τελευταίους προϋπολογισμούς της κυβέρνησης Μακρόν. Σε αυτή την περίπτωση, είναι πολύ πιθανό να υποβληθεί πρόταση μομφής η οποία και θα ψηφιστεί πιθανότατα από την πλειοψηφία των βουλευτών. Μία άλλη έσχατη λύση, όπως συνέβη δύο φορές κατά την 5η Γαλλική Δημοκρατία, το 1962 και το 1979, είναι η ψήφιση ενός ειδικού νόμου εν αναμονή ενός τελικού σχεδίου προϋπολογισμού το οποίο θα επιτρέπει την είσπραξη των φόρων, την καταβολή δαπανών και τη λήψη δανείων με βάση το σύστημα των δωδεκατημορίων. Τέλος, αν οι βουλευτές αρνηθούν να παράσχουν κάθε είδους εξουσιοδότηση, θα είναι, όπως παρατηρούν ειδικοί συνταγματολόγοι ένα βήμα προς το χάος, χειρότερο και από τη διαδικασία του shut down τύπου ΗΠΑ το οποίο, ως γνωστόν, πλαισιώνεται από ορισμένους κανόνες. Εάν δεν υπάρχει σχέδιο νόμου για τον νέο προϋπολογισμό μέχρι την 1η Ιανουαρίου, καθίσταται αδύνατη η είσπραξη φόρων και η έγκριση δαπανών, κάτι που θα οδηγήσει σε παράλυση πολλών λειτουργιών του κρατικού μηχανισμού. Το ερώτημα είναι αν οι Γάλλοι βουλευτές της νέας Βουλής θα αναλάβουν ένα τέτοιο ρίσκο ή θα εξασφαλίσουν μία ελάχιστη συναίνεση της τελευταίας στιγμής. Όπως παρατηρούν διακεκριμένοι συνταγματολόγοι και καθηγητές Δημοσίου Δικαίου, μία τέτοια συγκυρία θα μπορούσε να αποτελέσει μοχλό πίεσης και εξαναγκασμού του προέδρου Μακρόν να υποβάλει παραίτηση. Για να αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, μερίδα συνταγματολόγων προκρίνει την προσφυγή στο άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο εφαρμόζεται σε περίοδο κρίσης και άμεσης απειλής και εγγυάται τη συνέχεια λειτουργίας του κράτους. Συγκεκριμένα, το άρθρο 16 αναφέρει «όταν απειλούνται σοβαρά και άμεσα οι θεσμοί της Δημοκρατίας, η ανεξαρτησία του Έθνους, η εδαφική ακεραιότητα της Γαλλίας ή η εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεών της και διακόπτεται η ομαλή λειτουργία των συνταγματικών δημόσιων αρχών, ο Πρόεδρος λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούν οι περιστάσεις αυτές, μετά από επίσημη διαβούλευση με τον Πρωθυπουργό, τους Προέδρους της Βουλής και της Γερουσίας και το Συνταγματικό Συμβούλιο». Σχετική απόφαση του Συνταγματικού Συμβουλίου του 1979 έκρινε ότι η συνέχεια της εθνικής ζωής αποτελεί θεμελιώδη αρχή. |

ΓΑΛΛΙΑ 



